Περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης στη Νομική της Αθήνας; Η είδηση έβαλε φωτιά στον μικρόκοσμο της σχολής, που εξαπλώθηκε στα μέσα δικτύωσης. Ο φοιτητικός σύλλογος κινητοποιήθηκε, απαιτώντας τα αυτονόητα. Εξίσου αυτονόητα, ο κοσμήτορας κίνησε διαδικασία για τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Οι συγκεκριμένοι αυτοματισμοί δεν αρκούν, ωστόσο, για να θεραπεύσουν το πρόβλημα. Πίσω από τις πιπεράτες λεπτομέρειες ενός «story» το οποίο λάτρεψε η ηδονοβλεπτική δημοσιότητα –θα τις ανακαλύψετε σερφάροντας στο Διαδίκτυο– κρύβεται κάτι πιο σοβαρό. Χρειάστηκαν δύο χρόνια ώστε η υπόθεση να βρεθεί στο προσκήνιο. Στο μεσοδιάστημα, εργαλεία όπως ο νεοεισαχθείς θεσμός του «συνηγόρου του φοιτητή» απέτυχαν να δώσουν απαντήσεις. Ούτε ακολουθήθηκε κάποια άλλη οδός, ελεγκτική ή πειθαρχική, ελλείψει επίσημης καταγγελίας. Κοντολογίς, οι όποιοι μηχανισμοί υποτίθεται ότι υφίστανται για να αντιμετωπίζουν τέτοια ζητήματα αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Χωρίς την πολιτικοποίηση ενός περιστατικού ακαδημαϊκού ήθους και χωρίς τη μετατροπή του σε δημοσιογραφική ιστορία κλειδαρότρυπας, στην οποία ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, τα προσωπικά δεδομένα και τα δικαιώματα άμυνας πήγαν περίπατο, η υπόθεση θα είχε χαθεί στην αφάνεια.
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Κάθε σύστημα το οποίο ενέχει άσκηση και σχέσεις εξουσίας –ας μη γελιόμαστε, τέτοιο είναι εν μέρει και το πανεπιστήμιο– προϋποθέτει, εκτός από τη θέσπιση κανόνων και διαδικασιών, τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης, διαφάνειας και λογοδοσίας. Χωρίς αυτό, τα εν δυνάμει θύματα δεν πρόκειται ποτέ να καταγγείλουν τα κακώς κείμενα και να κάνουν το σύστημα καλύτερο. Τελούν σε κατάσταση θεσμικής αλλά και δικαιολογημένης δυσπιστίας. Το συγκεκριμένο κενό κινδυνεύει να καλυφθεί εξωθεσμικά και παρά φύσιν, σε συνθήκες πρωινάδικου, κάτι που τελικά επιδεινώνει την κατάσταση. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι τα παραπάνω διαπιστώνονται σε μια νομική σχολή, οι φοιτητές της οποίας έχουν κατά τεκμήριο περισσότερη εξοικείωση με τη χρήση του νομικού οπλοστασίου για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Εάν οι φοιτητές της Νομικής αισθάνονται έτσι, πώς να αναμένει κανείς από τον κοινό πολίτη να ορθώσει το ανάστημά του στην αυθαιρεσία και να μη σαγηνευθεί από αντισυστημικές σειρήνες κάθε μορφής;
Η πρόσφατη ιστορία ανέδειξε ένα μείζον έλλειμμα διαφάνειας και λογοδοσίας στη σχολή μας, για το οποίο τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουμε εμείς οι διδάσκοντες. Το συγκεκριμένο έλλειμμα θα έχει καλυφθεί μόνον όταν όποια ή όποιος θεωρεί ότι θίγεται από οποιαδήποτε αξιόμεμπτη συμπεριφορά, γνωρίζει και μπορεί εύκολα να κινήσει αποτελεσματικές διαδικασίες διερεύνησης, αποκατάστασης και απόδοσης ευθυνών, με την αναγκαία εμπιστοσύνη ότι το σύστημα θα λειτουργήσει αντικειμενικά και δίκαια. Αν δεν είμαστε σε θέση να διασφαλίσουμε τέτοιες συνθήκες στα του οίκου μας, πώς να ελπίσουμε σε ένα καλύτερο κράτος;
* Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.